Οι στιγμές μένουν.

Ήσουν εκεί. Με περίμενες στο πέτρινο παγκάκι απέναντι από το αστικό.

Είχες στα αυτιά σου τα ακουστικά σου και ήμουν σίγουρη για το τι άκουγες.

Δεν με κατάλαβες ότι σε πλησίασα. Όταν ακούς την μουσική σου ξεχνάς τον κόσμο γύρω σου. Μια από τις γοητείες σου.

Σε πλησίασα και σου χαμογέλασα. Μου είχες πει ότι σου αρέσει όταν σου χαμογελάω.

Επιτέλους είπες και με αγκάλιασες. Είχαμε να μιλήσουμε κανένα μήνα και να ειδωθούμε τρείς. Χαθήκαμε είπες και δεν σου άρεσε. Σαν να ξεκόψαμε απότομα από την καθημερινότητα μας. Μου έλειπες. Πολύ. Από τις συζητήσεις και την καθημερινή επικοινωνία μέχρι τις σαχλαμάρες που σε πείραζαν κρυμμένες στα γιατί μου.

Αυτά τα γιατί μου. Που δεν απαντήθηκαν ποτέ. Που έτσι θα μείνουν. Με τα ερωτηματικά τους παρέα και με την δίψα της απαντήσεις να μεγαλώνει.

Δεν είχες όρεξη για πολλά. Ένας καφές στο χέρι και μια μικρή βόλτα σου έφταναν για να γεμίσεις τα απογεύματά σου στην μικρόπολη.

Μου μιλούσες για το τελευταίο επεισόδιο της αγαπημένης μου σειράς, που εγώ σε πώρωσα και που σου άρεσε τόσο, που το ξανά είδες γιατί σε επηρέασε τόσο. Για το 10% και για τα όνειρα να μείνουν εδώ κοντά επειδή την αγαπάς την μικρόπολή σου. Για τα μικρό επιτεύγματα σου που δεν τα τελειώσατε με την παρέα σου μέσα στο σαββατοκύριακο. Για τις χαζομάρες που κάνατε Σάββατο βράδυ μετά το μεθύσι σας με τα παιδιά. Για το πόσο νευρίασε εκείνη που ήπιες τόσο.

Και εκεί σταμάτησε το παραμύθι. Σταματήσαμε να μιλάμε για την δική μας καθημερινότητα και μπλέξαμε και την δική της. Μα πώς μπορείς να τις συγκρίνεις;

Χτύπησε και το κινητό σου. Ήταν αυτή και αναρωτιόταν τι θα κάνετε το βράδυ.. όταν θα έφευγα.

Δεν μου την έχεις γνωρίσει ακόμα, δεν μιλάς και τόσο για αυτήν παρά μόνο όταν η κατάσταση περιλαμβάνει και άλλους η ιστορία.

Δύο χρόνια τώρα το έχουμε καταλάβει και οι δυο. Ξέρουμε τι συμβαίνει. Κάνεις όμως δεν μιλάει.

Έκλεισες το τηλέφωνο και φάνηκες αμήχανος. Δεν είπες ότι ήσουν μαζί μου. Γιατί να το έκανες άλλωστε. Δεν είναι ζηλιάρα. Απλά δεν ήθελες.

Αισθάνθηκα άσχημα αυτή είναι η αλήθεια. Κοίταξα το ρολόι μου και είπα ότι πρέπει να φύγω. »Πρέπει να διαβάσω για την εξεταστική και δεν με αφήνεις» γέλασες και δεν έφερες αντίρρηση. Κατάλαβες την θέση μου. Έτσι είσαι. Με καταλαβαίνεις. Με πήγες στη στάση και περίμενες μέχρι να έρθει το λεωφορείο. Έξι και μίση. Εφτά παρά δέκα. Εφτά. Έπρεπε να φύγεις είπες και με αγκάλιασες.

»Δεν θα χαθούμε ε! Μιλάμε μετά!» και έφυγες. Βιαζόσουν. Φαινόταν ότι βαριόσουν.

Εχθές πέρασαν πάλι δύο μήνες από την τελευταία φόρα που μιλήσαμε. Δεν χαθήκαμε όχι. Σε λίγες μέρες έχεις γενέθλια. Και χθες το βράδυ αυτό σκεφτόμουν. Εννοείται πως θα σου πω χρόνια πολλά. Δεν χωράνε εγωισμοί εδώ. Πέρσι τέτοιες μέρες μιλούσαμε αδιάλειπτος. Να ήξερες πως μου κακοφαίνεται αυτό. Αυτό που δεν μιλάμε. Που γίνεται κάτι που ξέρω ότι θα σου άρεσε και δεν μπορώ να στο πω. Που όταν έρχομαι στην μικρόπολή σου δεν μπορώ να σε πάρω τηλέφωνο για να σου πω έλα!

Εχθές το βράδυ, εκεί ανάμεσα στις σημειώσεις μου για την σχολή, το λάπτοπ και τα τσιγάρα μου, έπεσε το μάτι μου στο δώρο που μου είχες κάνει στα γενέθλια μου.

Και σε σκέφτηκα. Σκέφτηκα όλες εκείνες τις στιγμές που με έκανες να γελάω, που με έκανες να δω αλλιώς αυτά που μέχρι τώρα έβλεπα λάθος. Εκείνες τις στιγμές που τις περάσαμε μαζί.

Πήρα ένα τσιγάρο λίγο πριν τις δύο και με τις σκέψεις να μην  με αφήνουν να συγκεντρωθώ, έβαλα κασετόφωνο και άφησα τις σκέψεις μου να διαλυθούν. Δεν με ένοιαζε η ώρα, το κρύο από το παράθυρο που είχα ανοιχτό ή ότι αύριο έπρεπε να ξυπνήσω νωρίς. Με ένοιαζε που ένιωθα ένα κενό. Σαν κάτι να λείπει. Και ήσουν εσύ.

Πήγε τέσσερις και ήμουν ακόμα εκεί. Πνιγμένη στις σκέψεις, στα άδεια συναισθήματα, στο καπνό και την ανάσα μου. Και εκεί στην ασφάλεια του δωματίου μου, με το τελευταίο τσιγάρο από το πακέτο μου στο χέρι, έγραψα πάνω του το όνομα σου.

Αυτό ήταν. Έπρεπε αυτό το κεφάλαιο να κλείσει για εμένα. Πρώτη τζούρα, όλες εκείνες οι στιγμές που ήμουν μαζί σου, να τις θυμάμαι, να μην τις αισθάνομαι. Δεύτερη τζούρα, όλες εκείνες οι στιγμές που δεν μίλησα. Πέμπτη τζούρα, και έφτασε στο όνομα του. Έβλεπα το τσιγάρο να καίγεται και τον καπνό να ανεβαίνει. Δεν τράβηξα άλλη τζούρα. Ότι ήταν να ξεκαθαρίσω με τον εαυτό μου το ξεκαθάρισα.

Ναι, αυτό ήταν. Η καθημερινότητα που μοιραστήκαμε αποτελεί παρελθόν. Οι στιγμές που ζήσαμε είναι και αυτές μέρος του παρελθόν. Εξάλλου τις ζεις αλλού τώρα πια. Έτσι είναι οι άνθρωποι.  Φεύγουν, έρχονται, μένουν, βγάζουν φτερά και πετούν. Εμείς επιλέγουμε με ποιούς θα δεθούμε. Αυτό το δέσιμο όταν σπάει δεν κάνει θόρυβο. Πόνο κάνει. Δεν προβλέπεις το πότε, το πώς και το τί θα αισθανθείς για αυτούς. Και όταν φύγουν, όταν η ζωή σου μένει μισή από την ύπαρξη τους και σκας ένα μισό χαμόγελο από εκείνα τα μικρά που κάνεις όταν σκέφτεσαι τα παλιά.

Το τσιγάρο έσβησε, και εγώ πήρα την απόφαση μου. Ποιά είμαι εγώ για να δημιουργήσω συναισθήματα εκεί που δεν υπάρχουν. Μια παράλληλη γραμμή ήσουν και ήμουν για εσένα. Αυτό ήμασταν. Δυο κόσμοι διαφορετικοί που θα μπορούσαν να συνυπάρχουν. Αλλά δεν τους βγήκε. Σου μιλούσα αλλά δεν άκουγες. Μόνο που δεν σου φώναζα. Αλλά δεν βγήκε.  Ένα τσιγάρο απόφαση ήταν λοιπόν. Τις στιγμές κρατάω. Αυτές που τώρα τις ζεις αλλού.

About The Author

Γίνε εσύ η αρθρογράφος του NAB.

Αν σου άρεσε  το άρθρο και νιώθεις πως θέλεις να εκφραστείς με οποιονδήποτε τρόπο γράφοντας τις δικές σου εμπειρίες, χαρές, αγάπες ή και δυσκολίες  στείλε το άρθρο σου εδώ WRITE ME

Thank you!  

  • Notanotherbarbie

    Οι σχέσεις, πόσο δύσκολες όταν δεν είναι ξεκάθαρες, πόσο ακανθώδεις όταν τις αφήνεις μισό τελειωμένες.. Μα τελικά τι αξίζει σε αυτή τη ζωή.. ; Οι στιγμές από σχέσεις που κάπου μας έφαγαν, κάπου μας στρίμωξαν μέσα στα συναισθήματα μας. Γιατί είναι αυτές που μας κάνουν πιο δυνατές, που μας κάνουν πιο έμπειρες.

    Το τέλος του άρθρου νομίζω φανερώνει ένα γενναίο άνθρωπο που βάζει ψηλά τον εαυτό του και συνειδητοποιεί πότε πρέπει να βάζει ένα τέλος. Σε κάθε τζούρα που πηρές αισθάνθηκα πως έδωσες βήμα σε αναποφάσιστες γυναίκες να πουν πως τελικά όλα είναι θέμα απόφασης..